50 χρόνια από το πραξικόπημα του 1967 συμπληρώνονται αυτές τις μέρες. Και καθώς φτάνει η επέτειος, φέτος περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, θα καταγράψουμε νοσταλγούς του καθεστώτος να αναπαράγουν σε ΜΜΕ και κοινωνικά δίκτυα τους γνωστούς φολκλόρ και δημαγωγικούς μύθους που καλλιεργήθηκαν για τη χούντα, αυτούς που εξωραΐζουν την καταστροφή και την τραγωδία που επιφύλαξε για τη χώρα  ο «γύψος» των γραφικών δικτατόρων όταν η υπόλοιπη Ευρώπη πραγματοποιούσε άλματα στο μέλλον. Θα αντιληφθούμε πιο αισθητά από κάθε άλλη φορά, πόσοι μπράβοι και μαχαιροβγάλτες βρίσκονται στο περιθώριο σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας.

Φέτος επίσης, θα βρίθουν κοινοτυπίας και μάλλον υποκρισίας και οι «καθωσπρέπει» δηλώσεις αποδοκιμασίας της επταετίας και από εκπροσώπους του συνταγματικού τόξου,  όπου έχουν εμφανιστεί συμπτώματα του νοσηρού μετεμφυλιακού κλίματος που ενθάρρυνε ή ανέχτηκε τη τελευταία δικτατορία της χώρας, ως αναγκαία προ του «κομμουνιστικού κινδύνου». ​

Σήμερα, οι οπαδοί και συνεργάτες της χούντας δεν βρίσκονται μόνο στη φυσική τους συνέχεια, τη Χρυσή Αυγή αλλά έχουν διεισδύσει  στο προσκήνιο του αστικού πολιτικού συστήματος, δημιουργώντας συνθήκες ανοχής και ενίοτε χρήσης του φασιστικού λόγου και του ιστορικού αναθεωρητισμού, σε βαθμό που υπερβαίνει την εκλογική απήχηση των νεοναζί.

Το δίδαγμα του παρελθόντος και οι σκελετοί στις ντουλάπες

Η μηδενική αντίσταση στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών που πήραν την εξουσία ανενόχλητοι και κατέρρευσαν επίσης​ μόνοι τους λόγω της τερατώδους ανεπάρκειας και καταστροφής που προκάλεσαν (δείγμα ότι ούτε οι δικτάτορες σε αυτή τη χώρα είναι «της προκοπής» αλλά μνημειωδώς ανίκανοι…) ήταν αποδείξεις  της αντίληψης που καλλιεργήθηκε συστηματικά ότι οι δικτατορίες είναι ένα αναγκαίο μέσο «σωφρονισμού» του πολιτικού συστήματος όταν η δημοκρατία δεν μπορεί να υπηρετήσει τα συμφέροντα των ελίτ ή όταν -στη λούμπεν εκδοχή- δεν υπάρχει «τάξις και ασφάλεια»

Όμως σε εκείνη την περίπτωση οι εμφανώς αμετροεπείς Απριλιανοί επιχείρησαν να υποκαταστήσουν πλήρως την πολιτική τάξη και όχι να την επαναφέρουν όταν ο «κίνδυνος» θα είχε εκλείψει. Το αποτέλεσμα ήταν να διακοπεί ο κοινός βηματισμός με το πολιτικό κατεστημένο και η μεταπολίτευση να απονομιμοποιήσει τον ακροδεξιό λόγο και να οδηγήσει στη δημοκρατική ομαλότητα με την οριστική κατάργηση της μοναρχίας και τον περιορισμό του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, των παραγόντων που ήταν εγγυητές του παλαιού καθεστώτος (και των ξένων παρεμβάσεων)  και προκαλούσαν διαρκή κοινωνική και πολιτική αναταραχή.

Σήμερα, η ανοχή σε μια διχαστική εμφυλιοπολεμική ρητορική μετά από δεκαετίες, η ανάδυση των καινοφανών θεωριών των δύο άκρων και τα συμπτώματα όπως η εργαλειακή αξιοποίηση της ΧΑ ως κοινοβουλευτικής εφεδρείας όταν χρειάστηκε να νομοθετηθούν αντιδραστικές πολιτικές, έχουν τις αιτίες τους στον κλυδωνισμό του παλαιού πολιτικού συστήματος που ανατρέχει σε αρχέγονα αντανακλαστικά και βγάζει σκελετούς από τις ντουλάπες. Μοιραία, η εξουσία ενός αριστερού κόμματος δοκιμάζει τις αντοχές του πολιτικού συστήματος που μετακινείται πολύ δεξιότερα προκειμένου να ετεροκαθοριστεί. Λόγω της βαθμιαίας κατάλυσης των πελατειακών δικτύων, που αποδεδειγμένα  συνείχαν τους κομματικούς πολιτικούς οργανισμούς, αναζητούνται τα πολιτικά αφηγήματα που θα αποδομήσουν την αριστερή κυβέρνηση, όπως το κλασικό μεταπολιτευτικό τέχνασμα του συμψηφισμού. Είμαστε όμως ήδη σε μια πολύ θολή και επικίνδυνα διχαστική περιοχή.

Κάποιο μερίδιο ευθύνης έχει βέβαια και η Αριστερά, στο βαθμό που στελέχη της δεν διαχειρίζονται την εξουσία με σύνεση και ευθύνη αλλά αναλώνονται στην επίδειξη αυτής της ιδεολογικής διαφορετικότητας, ξοδεύοντας πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο ίσως επειδή δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι η ιδεολογική αλλά η ηθική καθαρότητα που τους ανέδειξε στην εξουσία και μόνο με την υπεύθυνη και αποφασιστική διαχείρισή της θα καταρρίψουν τους μετεμφυλιακούς μύθους.

Ούτε αποχουντοποίηση, ούτε εκσυγχρονισμός

Το κλίμα θυμίζει το παρελθόν όμως οι συνθήκες και το διεθνές περιβάλλον είναι απείρως διαφορετικά σε σχέση με τις μέρες του ΄67 και οι αντιστοιχίες εκφέρονται με πολύ διαφορετικούς όρους: Η εκτροπή από την αντιπροσωπευτικότητα του πολιτεύματος δεν γίνεται πλέον με τανκς αλλά με την σταδιακή μεταβίβαση εξουσίας σε «ανεξάρτητους» θεσμούς που στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι κυβερνήσεις δεν ανατρέπονται από γραφικούς «εθνικόφρονες» στρατιωτικούς άλλων εποχών αλλά από ​τραπεζίτες που είτε επιβάλλονται απροκάλυπτα ως εξουσία είτε την ασκούν ως παράκεντρο. Ενώ το περιβόητο «παρακράτος», παρότι ως υποκοσμιακή συμμορία είναι σχεδόν εξαφανισμένο (όχι απόλυτα), έχει τη μορφή θεσμών που υπηρετούν την κυρίαρχη ιδεολογία κόντρα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, όταν εκείνη κινείται σε άλλη κατεύθυνση. Και αυτό, τώρα πια, προφανώς το έχει αντιληφθεί ο ΣΥΡΙΖΑ που στελέχη του υποτίμησαν τους συσχετισμούς σε κάποιες περιπτώσεις.

Τα πολιτικά αφηγήματα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον υπόλοιπο ευρωμεσογειακό χώρο, αντανακλούν την ανασφάλεια της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής τάξης με χαρακτηριστικό επιχείρημα το τσουβάλιασμα της ακροδεξιάς με την Αριστερά, υπό την ετικέτα του «λαϊκιστή», προ του κινδύνου να αμφισβητηθεί ο μονόδρομος της λιτότητας τώρα που ο «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» δεν υπάρχει πια. Είναι οξύμωρο αλλά την κατηγορία του λαϊκιστή στην Ελλάδα καλλιεργούν για τους αντιπάλους τους αυτοί που την καθιέρωσαν ως κυρίαρχη πολιτική πρακτική, που ευθύνονται για τον ανύπαρκτο αστικό εκσυγχρονισμό, που υποβαθμίζουν τη διαφθορά ως «κοινωνικό φαινόμενο» αλλά αυτοσυστήνονται ως μεταρρυθμιστές ! (Δεν πέρασαν πολλές εβδομάδες από την κατάθεση ερώτησης δεκάδων «μεταρρυθμιστών» βουλευτών για το… «τάμα του έθνους»)

Σε αυτό το κλίμα και η απαίτηση κάποιων να εγκαταλείψει την εξουσία η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση, απαξιώνοντας τα κοινοβουλευτικά μέσα που παρέχει ο καταστατικός χάρτης είναι απλώς ένα προβληματικό σύμπτωμα αντιδημοκρατικής αντίληψης (Αλλού συμβαίνει με «κατσαρόλες», εδώ εκδηλώνεται πιο αμήχανα). Πιο ανησυχητική όμως είναι η ανοχή στο φασιστικό λόγο και στην αμφισβήτηση των εδραιωμένων δημοκρατιών αξιών, που θεωρούσαμε ότι έχουν εκλείψει μετά από 40 χρόνια ανέφελου κοινοβουλευτικού βίου. Αυτά είναι τα σύγχρονα «σταγονίδια», τα οποία ενισχύονται όσο κάποιοι τα μεταχειρίζονται ή τα καλύπτουν και όσο τα κυρίαρχα ΜΜΕ τους δίνουν φωνή στο πλαίσιο ενός κακώς εννοούμενου αστικού εξτρεμισμού. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη όσο δεν καταγράφεται στο πολιτικό σύστημα μια πολύ ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή με τον απροκάλυπτο ή το συγκαλυμμένο φασιστικό λόγο αλλά αντίθετα όλο και περισσότεροι υποκύπτουν στη γοητεία του διχασμού για να υπηρετήσουν την ιδιοτέλειά τους. Αυτό είναι το ζητούμενο της φετινής επετείου που θέτει τα κόμματα προ των ευθυνών τους.

​Πολύ περισσότερο, μέσα σε ένα πολιτικό αφήγημα μετα-δημοκρατίας που ομολογείται πλέον κυνικά στον ευρωπαϊκό χώρο  και ενώ η σημερινή κατάσταση υπενθυμίζει ότι η αποχουντοποίηση στην Ελλάδα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ…

Γιάννης Σιδηρόπουλος
isidister@gmail.com